Κυριακή, 3 Απριλίου 2011

Je t’aime, Mélancolie...

By Χάρης Β.
Πρίν κάποια χρόνια άκουσα έναν στίχο από αυτούς που σου καρφώνονται βαθιά στο μυαλό και σε στοιχειώνουν για πραγματικά πολύ καιρό. “Misery likes company…” τραγούδησε χαμηλόφωνα ο Jon στο κομμάτι “My Guitar Lies Bleeding In My Arms” και οι λέξεις αυτές μου ακούστηκαν τόσο γοητευτικές και, με κάποιον ειλικρινά παράξενο τρόπο, τόσο οικείες.  Χωρίς να το σκέφτομαι τακτικά και  εκούσια, το νόημα αυτής της φράσης ερχόταν αρκετές φορές στη σκέψη μου, μέχρι που μετά από καιρό συνειδητοποίησα πως όχι μόνο καταλάβαινα ακριβώς τι εννοούσε ο στίχος αλλά το είχα ήδη ζήσει ουκ ολίγες φορές, το ζούσα εκέινη τη στιγμή και θα το ζούσα καθ’ όλα τη διάρκεια της ζωής μου.
O άνθρωπος ζει με μια λανθασμένη εντύπωση σχετικά με την ευτυχία. Για κάποιο λόγο που αδυνατώ να αντιληφθώ, τουλάχιστον εγώ προσωπικά, φαίνεται πως απαιτούμε τόσο από τον εαυτό μας όσο και από τα άτομα του στενού κοινωνικού μας περιβάλλοντος να είναι διαρκώς και αδιάκοπα χαρούμενα. Δεν έχει καμία απολύτως σημασία αν αυτή η ευτυχία είναι πραγματική ή πλασματική, αν έχει βάθος και πραγματική αιτία, το μόνο που μετράει είναι να υπάρχει διαρκώς ένα μηχανικό, βεβιασμένο χαμόγελο σε όλα τα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου και αυτόυ στον καθρέφτη. Υπάρχει όμως  κι ένα συναίσθημα που άλλοι ονομάζουν μελαγχολία, άλλοι μιζέρια, άλλοι σαν εμένα με τάσεις αυτοσαρκασμού, σκατοψυχία. Το συναίσθημα αυτό δεν είναι απόλυτο, δεν είναι δηλαδή το αντίθετο της ευτυχίας και δεν είναι η δυστυχία ούτε η κατάθλιψη. Είναι όμως μία κατάσταση κατά την οποία αποφασίζεις να μη φορέσεις τη χαμογελαστή σου μάσκα και να μην παίξεις το ρόλο που έχεις βαρεθεί να παίζεις σε αυτό το έργο που δέχεται μόνο το ψέμα. Είναι η στιγμή που λες αυτό το «άντε και γαμήσου» σε όλους όσους απαιτούν να δουν τη χαζοχαρούμενή σου διάθεση και το πλαστό σου χαμόγελο (για άλλη μια φορά συμπεριλαμβανομένου και του καθρέφτη) και κλείνεσαι στις δικές σου προσωπικές σκέψεις, στον δικό σου κόσμο όπου όχι, δεν έιναι όλα ρόδινα και δεν επικρατεί το ροζ χρωματάκι και οι καρδούλες. Από πότε αυτό θεωρείται κάτι το εγκληματικό; Κάθε φορά που πιάνεις τον εαυτό σου να βρίσκεται στην κατάσταση αυτή απογοητεύεσαι, ψάχνεις μανιασμένα μια εξήγηση σχετικά με το γιατί το ηλίθιο χαμόγελο έσβησε από το πρόσωπό σου και καταλήγεις ,αφού εξοργιστείς με τον εαυτό σου που του επέτρεψες να γίνει αληθινός , να του επιβάλλεις με χρήση πραγματικής ψυχολογικής βίας  να επιστρέψει στη λήθη και τη νωθρή του κατάσταση. Το χαμόγελο επιστρέφει και συνεχίζει το έργο του, την κάλυψη της τραυματισμένης ψυχολογίας και  ουσιαστικής σκέψης με το κουστούμι της τέλεια ισορροπημένης και δίχως αρνητικά συναισθήματα ψυχής.
Το συναίσθημα αυτό που προξενεί ο στίχος μπορείς να το αντιληφθείς όταν δεν έχεις κανένα λόγο να προσποιηθείς. Όταν κανείς γύρω σου δεν περίμενει από εσένα να είσαι χαμογελαστός και να κάνεις τον καραγκιόζη με κάθε πιθανό τρόπο, και έτσι ούτε κι εσύ σου επιβάλλεις να είσαι χαρούμενος. Είναι αυτές οι νύχτες που βρίσκεσαι μόνος είτε μέσα στο σκοτάδι του δωματίου, είτε υπό το φως του κεριού που τρεμοπαίζει με κάθε σου ανάσα. Τότε που κανένα βλέμμα δεν είναι στραμμένο πάνω σου και είσαι ελεύθερος να χάσεις τον εαυτό σου στις σκέψεις και τα συναισθήματα που σε κατακλύζουν κάθε δευτερόλεπτο της μέρας, κι όμως εσύ έχεις βρει τον τρόπο να τα καταπιέζεις. Βυθίζεσαι ανάμεσα στις ζεστές νότες του πιάνου και μιας μελαγχολικής φωνής που βγαίνει από το ηχείο και χαιδεύουν απαλά την ψυχή σου, φέρνοντάς σε όλο και πιο κοντά στον πραγματικό σου κόσμο του οποίου οι πόρτες είναι ανοιχτές μόνο για εσένα. Είναι τα τσιγάρα αυτά που φέρνεις στο στόμα σου και πνίγεις την ανάσα σου στον καπνό μαζί με το μπουκάλι που αδειάζει αργά και σταθερά όσο η νύχτα προχωρά, στο οποίο κάνεις τις πιο ανίερες εξομολογήσεις σου αφού αυτό δεν πρόκειται ούτε να σε κρίνει ούτε να σου ζητήσει να συνέλθεις και να σταματήσεις να χάνεσαι. Βέβαια αυτές δεν είναι παρά μηχανικές κινήσεις που αναπαράγεις αφού τις έχεις παρακολουθήσει σε κάποια ταινία που με αυτόν τον τρόπο απεικονίζει την μελαγχολία. Προσπαθείς να ονειρευτείς αλλά το μόνο που είσαι σε θέση να κάνεις είναι να θυμηθείς. Κάθε ανάμνηση παίρνει ζωή μπροστά στα μάτια σου, ξαπλώνει μαζί σου στο κρεβάτι και είτε σε καλεί σε καταραμένες ερωτικές και συναισθηματικές απολαύσεις είτε σκουπίζει τα δάκρυά σου με στοργή και γίνεται η μόνη σου φίλη για εκείνη τη στιγμή. Οι μνήμες προβάλλονται στο μυαλό σου ασπρόμαυρες με αργή ορχηστρική μουσική σαν γαλλική ταινία του ’70 κι εσύ το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να την παρακολουθήσεις. Αφού λοιπόν έχεις μουδιάσει τόσο που είσαι πια ανήμπορος να αντιδράσεις με οποιονδήποτε τρόπο, παραδώσου. Αφέσου στο συναίσθημα αυτό, ζήσε τη μελαγχολία σου με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο στο πρόσωπο και ανακάλυψε τι γεύση έχουν τα δάκρυά σου. Γίνε για λίγο ο εαυτός σου και εξερεύνησε λίγο περισσότερο κάθε φορά τον κόσμο της ψυχής και του μυαλού σου. Κάνε παρέα στη μελαγχολία σου, η μελαγχολία χρείαζεται την παρέα σου για να υπάρξει. Μόνο όσο αυτή υπάρχει είσαι ακόμα πραγματικά ζωντανός. Δεν είναι κακό. Δεν πεθαίνεις. Δεν χάνεις την ελπίδα σου. Θα ξαναονειρευτείς. Θα ξαναελπίσεις. Θα ξαναγελάσεις. Απλά όχι για την επόμενη μισή ώρα…
“Misery likes company…”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου